Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκπαιδευτικοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκπαιδευτικοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Στοιχεία από μελέτες του ΚΕΜΕΤΕ σχετικά με τους Έλληνες σε σύγκριση με τους Ευρωπαίους εκπαιδευτικούς

Οι Έλληνες εκπαιδευτικοί εργάζονται όσο και οι Eυρωπαίοι αλλά κάτω από πολύ πιο δύσκολες συνθήκες… ενώ αμείβονται πολύ λιγότερο από εκείνους (ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟ ΜΕΛΕΤΕΣ ΤΟΥ ΚΕΜΕΤΕ)

·         Ανυπόστατους  χαρακτηρίζει η ΟΛΜΕ τους ισχυρισμούς ότι δήθεν οι έλληνες εκπαιδευτικοί εργάζονται λιγότερο από τους συναδέλφους τους ευρωπαίους εκπαιδευτικούς και ότι αυτοί είναι η αιτία της αναποτελεσματικότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης, και για το αληθές παρουσιάζει τστοιχεία από σχετικες μελέτες του ΚΕΜΕΤΕ, η οποία έχει ως εξής:
     Δουλειά στο σπίτι: ένα δεύτερο ωράριο για τους εκπαιδευτικούς σε όλο τον κόσμο
Στις χώρες της Ευρώπης οι εκπαιδευτικοί διδάσκουν στις τάξεις τους κατά μέσο όρο από 18 ως 20 ώρες την εβδομάδα. Είναι μήπως τεμπέληδες και φυγόπονοι; Κανένας δεν το λέει αυτό. Απλώς, θεωρείται διεθνώς δεδομένο ότι μια ώρα διδασκαλίας στην τάξη απαιτεί πίσω της αρκετό χρόνο για προετοιμασία, για έλεγχο των γραπτών, για να περαστούν οι βαθμολογίες κ.λπ.. Αυτός ο παραπανίσιος χρόνος, που συνήθως ξεπερνά τις 20 ώρες την εβδομάδα, χαρακτηρίζεται διεθνώς ως «δεύτερο διδακτικό ωράριο». Αυτό, άλλωστε, το ξέρει ο καθένας από τη σχολική του εμπειρία. Στο χρόνο αυτόν δεν συμπεριλαμβάνεται ούτε ο χρόνος της επιτήρησης στα διαλείμματα ούτε ο χρόνος που αφιερώνεται στην επικοινωνία με μαθητές/μαθήτριες και γονείς εκτός της τάξης.
        Ο έλληνας καθηγητής / η ελληνίδα καθηγήτρια εργάζεται περισσότερες ώρες την εβδομάδα από τον μέσο Ευρωπαίο συνάδελφό τους
Σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία (Ν. 4152 του 2013), ο έλληνας καθηγητής / η ελληνίδα καθηγήτρια υποχρεώνεται να εργαστεί, μετά και την πρόσφατη αύξηση του διδακτικού ωραρίου που επιβλήθηκε από την κυβέρνηση και την  τρόικα, διδάσκοντας στην τάξη, κατά μέσο όρο 20,5 ώρες την εβδομάδα, τόσο στο Γυμνάσιο όσο και στο Λύκειο. Την ίδια στιγμή, ο αντίστοιχος μέσος όρος στις 25 από τις 27 χώρες της Ε.Ε. είναι 19,1 για τη βαθμίδα του Γυμνασίου και 18,4 για τη βαθμίδα του Λυκείου. Επομένως, οι Έλληνες εκπαιδευτικοί, με τις 20,5 διδακτικές ώρες την εβδομάδα βρίσκονται σαφώς πάνω από το μέσο όρο της Ε.Ε., σε όλη τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Σε γενικές γραμμές, οι χώρες της Ευρώπης τείνουν να μειώσουν τον εβδομαδιαίο διδακτικό χρόνο των εκπαιδευτικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Μόνο η Βουλγαρία και η Ρουμανία, και φυσικά η Ελλάδα, έχουν αυξήσει τελευταία το διδακτικό τους ωράριο.
       Οι έλληνες εκπαιδευτικοί φορτώνονται, επιπλέον, με εργασίες γραμματείας, διοικητικού και βοηθητικού προσωπικού 

Πάντοτε υπήρχαν σοβαρά κενά και ελλείψεις στα σχολεία μας σε διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό. Η κατάσταση χειροτερεύει αφόρητα με την εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών. Τελευταία απολύθηκαν ακόμη και οι σχολικοί φύλακες. Έτσι, οι έλληνες εκπαιδευτικοί επιβαρύνονται με δουλειές που θα έπρεπε να ανατεθούν σε διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό.  Ταυτόχρονα οι αποδοχές τους έχουν υποστεί δυσβάσταχτη μείωση εξαιτίας των μνημονιακών πολιτικών που ακολουθεί με συνέπεια η κυβέρνηση. Αλλά και οι δαπάνες για την εκπαίδευση έχουν φτάσει ήδη στο 2,51 % ΑΕΠ, με αποτέλεσμα οι σχολικές μονάδες να μην μπορούν να καλύψουν τις στοιχειώδεις δαπάνες για τη λειτουργία τους.
         Ο διαθέσιμος χρόνος παρουσίας στο σχολείο δεν διαφέρει ουσιαστικά από τις άλλες χώρες της Ευρώπης.
Ο αριθμός των ωρών παρουσίας στο σχολείο την εβδομάδα αφορά στο διαθέσιμο χρόνο, πλην του διδακτικού, που αφιερώνεται στην εκτέλεση καθηκόντων τα οποία ορίζει ο διευθυντής του σχολείου. Σε γενικές γραμμές, ο χρόνος στον οποίο οι εκπαιδευτικοί καλούνται να είναι παρόντες στο σχολείο κάθε βδομάδα δεν ξεπερνά τις 30 ώρες, εκτός από την Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Όσον αφορά το διαθέσιμο χρόνο στο σχολείο από τις χώρες για τις οποίες υπάρχουν στοιχεία, ο μέσος όρος είναι 27,5 ώρες και για τη βαθμίδα του Γυμνασίου και για τη βαθμίδα του Λυκείου, ενώ για την Ελλάδα είναι 30 ώρες.
        Συνολικός χρόνος απασχόλησης: Επιβαρύνεται στην περίπτωση της Ελλάδας και από τις εξωδιδακτικές εργασίες.
Σε 17 χώρες προσδιορίζεται ο συνολικός χρόνος απασχόλησης σε ώρες την εβδομάδα για τις ανάγκες του σχολείου. Αυτός ο χρόνος αφορά τον αριθμό των διδακτικών ωρών, τον αριθμό των διαθέσιμων ωρών στο σχολείο και το χρόνο που αφιερώνεται για την προετοιμασία και βαθμολόγηση, και μπορεί να αφορά ώρες εκτός σχολείου. Ο χρόνος αυτός κυμαίνεται από 35-40 ώρες. Για την Ελλάδα δεν υπάρχουν αντίστοιχα στοιχεία, μια και η προετοιμασία των εκπαιδευτικών στο σπίτι, η βαθμολόγηση κ.ά. δεν υπολογίζονται. Όμως ειδικά για την Ελλάδα είναι σημαντικός ο χρόνος που αφιερώνουν οι καθηγητές και καθηγήτριες για εξωδιδακτικές εργασίες, λόγω των σοβαρών ελλείψεων σε γραμματειακή υποστήριξη και βοηθητικό προσωπικό.
       Ο ετήσιος αριθμός ημερών και ωρών διδασκαλίας στην Ελλάδα δεν διαφέρει ουσιαστικά. 
Οι έλληνες εκπαιδευτικοί, σύμφωνα με διεθνείς έρευνες, εργάζονται συνολικά  στο σχολείο 1.170 ώρες το έτος στο γυμνάσιο και το λύκειο. Αντίστοιχα,  ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 1.199 για την βαθμίδα του Γυμνασίου και 1.166 για τη βαθμίδα του Λυκείου, ενώ για την Ευρωπαϊκή Ένωση (των 19 χωρών) είναι 1.133 και 1.108 αντίστοιχα.
Σχετικά με τον αριθμό ημερών διδασκαλίας κατά τη διάρκεια του έτους, για την Ελλάδα υπολογίζεται σε 158 ημέρες στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο. Είναι γεγονός ότι ο αριθμός αυτός βρίσκεται κάτω από το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, που είναι 186/184) και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (των 19 χωρών), που είναι 181. Αυτή η διαφορά, όμως, οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι στην Ελλάδα περισσότερες από τέσσερις εβδομάδες το χρόνο αφιερώνονται στη διεξαγωγή των εξετάσεων (επιτηρήσεις, βαθμολογήσεις κ.λπ.), και όχι στο ότι δήθεν οι εκπαιδευτικοί δεν εργάζονται.
        Έναρξη και λήξη του σχολικού έτους, διακοπές και αργίες: χωρίς ουσιαστικές διαφορές.
Υπάρχει μεγάλη ποικιλία στην Ευρώπη ως προς τη διάρκεια του σχολικού έτους, με βάση την έναρξη και τη λήξη του. Γενικά, υπολογίζεται σε 32 έως 48 εβδομάδες, με μέσο όρο τις 42 εβδομάδες, χωρίς να προσμετρώνται οι εβδομάδες διακοπών και οι ημέρες αργιών εντός του σχολικού έτους. Για την Ελλάδα η διάρκεια του έτους υπολογίζεται σε 40 με 41 εβδομάδες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ημέρες διεξαγωγής των εξετάσεων. 
Επίσης, σε όλες τις χώρες προβλέπονται διακοπές κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων και του Πάσχα, εκτός από την Ολλανδία, η οποία δεν έχει διακοπές το Πάσχα. Οι περισσότερες χώρες έχουν επίσης τις «διακοπές του Φθινοπώρου». Επίσης, αρκετές χώρες έχουν τις διακοπές «του χειμώνα - καρναβαλιού» και σε αρκετές χώρες προβλέπονται διακοπές μετά το τέλος του τρίτου τριμήνου. Ο μέσος όρος των διακοπών κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους είναι 4 εβδομάδες. Η Ελλάδα έχει 4 εβδομάδες διακοπές (Χριστούγεννα, Πάσχα) και είναι ακριβώς στο μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 χωρών. Επίσης, όλες οι χώρες έχουν κάποιες ημέρες μεμονωμένων αργιών (εθνικές, τοπικές γιορτές, θρησκευτικές κ.ά.) που ο μέσος όρος τους είναι 10 ημέρες. Η Ελλάδα έχει 9 ημέρες τέτοιων αργιών.
Ο καθαρά εργάσιμος χρόνος για τους μαθητές κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους είναι κατά μέσο όρο στην Ευρώπη 36 εβδομάδες. Τις περισσότερες εβδομάδες έχουν η Δανία (41) και η Τσεχία και η Β. Ιρλανδία (40) και τις λιγότερες η Βουλγαρία (26/32). Η Κύπρος και η Γαλλία εμφανίζονται με 31-34 εβδομάδες και η Ελλάδα με 31 εβδομάδες, γιατί δεν περιλαμβάνονται οι εβδομάδες των εξετάσεων, που ουσιαστικά είναι εργάσιμος χρόνος για τους μαθητές. Αν συνυπολογιστούν και αυτές οι εβδομάδες, η Ελλάδα βρίσκεται στο μέσο όρο, με 35-36 εργάσιμες εβδομάδες για τους μαθητές.
Ο καθαρά εργάσιμος χρόνος για τους  εκπαιδευτικούς κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους είναι 38,6 εβδομάδες. Στην Ελλάδα οι εργάσιμες εβδομάδες για τους εκπαιδευτικούς είναι 39, λίγο πάνω από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 χωρών.  Οι θερινές διακοπές για τους μαθητές είναι κατά μέσο όρο 10 εβδομάδες. Για την Ελλάδα είναι 11. Τη μεγαλύτερη διάρκεια διακοπών έχουν η Εσθονία, η Ιταλία, η Λετονία, η Μάλτα και η Πορτογαλία με 13 εβδομάδες, ενώ τη μικρότερη έχουν η Δανία (7), η Γερμανία (6), η Ολλανδία (8), η Αγγλία και Ουαλία (6) και η Σκωτία (7).


Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο ρεπορτάζ του esos.gr

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Διδάσκω “απεργώντας” ή απεργώ διδάσκοντας ;

Μια πρόσφατη δημοσίευση με τον τίτλο “Δώστε αξία στον ρόλο του δασκάλου”  (http://www.nooz.gr/ ) με έβαλε για μια ακόμη φορά σε σκέψεις και προβληματισμό σε συσχετισμό με την παρούσα οικονομικοκοινωνική συγκυρία.
Ο συντάκτης του κειμένου διαπιστώνει για τους εκπαιδευτικούς: “Συχνά τους αμφισβητούμε και κατακρίνουμε τις συμπεριφορές τους. Άλλες πάλι φορές τους ζηλεύουμε και επιζητούμε να είμαστε στη θέση τους. Το σίγουρο είναι ότι οι δάσκαλοι είναι οι άνθρωποι που εμπιστευόμαστε τα παιδιά μας για πολλές ώρες και είναι σε θέση να τα βοηθήσουν, να τα καθοδηγήσουν και να τα επιμορφώσουν για ένα καλύτερο αύριο”.
Και εδώ έρχεται ο προβληματισμός αναφορικά με την εντύπωση της κοινής γνώμης για το επάγγελμα του εκπαιδευτικού τώρα ειδικότερα που η οικονομική κρίση έβαλε στο μικροσκόπιο τις αποδοχές των πολλαπλώς πληττόμενων δημοσίων υπαλλήλων. Δεν λείπουν οι φωνές που θεωρούν πως οι αποδοχές των εκπαιδευτικών είναι μεγάλες σχετικά με το χρόνο απασχόλησης, τις σχολικές αργίες και πολλά ακόμη που με σχηματικό και κατάφωτα άδικο και εξισωτικό τρόπο καταλογίζουν στους εκπαιδευτικούς διάφορες κοινωνικές ομάδες, ιδίως εκείνες των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.
Πρώτιστη ευθύνη για αυτή την “εικόνα” έχουμε –εκτιμώ-οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί που απαξιώνουμε το επάγγελμα μας μέσα από την αδυναμία να προβάλουμε και να υποστηρίξουμε την ιδιαίτερη φύση της δουλειάς μας, τις δυσκολίες που προκύπτουν από τη βιωματική και διαδραστική σχέση με τους/τις μαθητές/-τριές μας, την ανάγκη να ανταπεξέλθουμε στις διδακτικές, γνωστικές ανάγκες και δεξιότητες της νέας γενιάς, να επικαιροποιούμε τις γνώσεις και τα επαγγελματικά εφόδιά μας, να προσπαθούμε να ανταπεξέλθουμε σε οικονομικές συγκυρίες και καθημερινές δυσκολίες και να νοηματοδοτούμε αυτό που αποτελεί λειτούργημα και όχι απλώς βιοποριστικό άθλο.
Παρασυρόμενοι ενίοτε από τις επιταγές των συνδικαλιστικών φορέων δεν αντιστεκόμαστε στον “επίσημο” λόγο που εκείνοι προφέρουν,  υποδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό, άτυπα συναίνεση και αποδοχή. Δεν σεβόμαστε το σχολικό χρόνο ως χρόνο αποκλειστικά διδασκαλίας και μάθησης και παραβιάζουμε τα όρια μεταξύ παράπλευρης επαγγελματικής δραστηριότητας ποικίλης μορφής (επιμόρφωση, ενημέρωση, άσκηση εκλογικού δικαιώματος) και διδακτικού ωραρίου.
Πολλές φορές αυτή η παρέκκλιση μας “προσφέρεται” ως αντίδωρο της συνδικαλιστικής δράσης των αιρετών εκπροσώπων μας και εμείς άσκεπτα συγχέουμε τους πραγματικούς στόχους του  ρόλου των αιρετών αρχόντων μας (οι οποίοι επιπρόσθετα για αυτή τους την ενασχόληση δικαιούνται και μείωση διδακτικού ωραρίου).
Αδράνεια από τη μεριά των εκπαιδευτικών και τήρηση της πεπατημένης συνδικαλιστικής τακτικής οδηγεί εδώ και χρόνια στην επανάληψη των ίδιων δεδομένων στο χώρο της εκπαίδευσης. Κελεύσματα για μαζική δράση σε κοινή συμπόρευση και απεργιακές κινητοποιήσεις με ΑΔΕΔΥ και άλλους φορείς... σαν να είμαστε μονάδες που στόχο έχουν με την αποχή από τα εργασιακά τους καθήκοντα απλώς να αυξήσουν τα ποσοστά που ανακοινώνονται στα δελτία ειδήσεων.
Αναρωτιέται λοιπόν μεγαλόφωνα κανείς με αφορμή τις κατά καιρούς εξαγγελόμενες απεργίες (από την ΟΛΜΕ και τις κατά τόπους ΕΛΜΕ):

v                 προσδιορίσαμε τα κοινά προβλήματα με τις άλλες διαμαρτυρόμενες επαγγελματικές ομάδες;
v                 προβλήθηκαν με επιχειρήματα, στοιχεία, νούμερα και συγκριτικά δεδομένα τα εργασιακά προβλήματα και οι ιδιαιτερότητες του κλάδου των εκπαιδευτικών;
v                 η στέρηση του δημόσιου αγαθού της μάθησης από τα παιδιά μας συνάδει με την εικόνα του δημόσιου λειτουργού που ευαγγελιζόμαστε;
v                 ο αντίκτυπος της απεργίας άλλων επαγγελματικών ομάδων (καθαριότητα, δήμοι, μέσα μεταφοράς, δημόσιες υπηρεσίες, τελωνεία, εφορίες, ταξί κτλ.) στοχεύει μέσω της δυσφορίας των πολιτών για την αναστάτωση της καθημερινότητάς τους να μεταφέρει το μήνυμα της διαμαρτυρόμενης επαγγελματικής τάξης. Η δυσφορία των οικογενειών των μαθητών/-τριών που στερούνται το δημόσιο αγαθό της μάθησης έχει κανείς την εντύπωση ότι  “μεταφράζεται” σε μήνυμα συμπαράστασης και αλληλεγγύης από το  κοινωνικό σύνολο;
Τι να απαντήσει άραγε κανείς στα παιδιά που όταν τους ρωτάει κάποιος γιατί απεργούν οι δάσκαλοί τους,  απαντούν ότι ποτέ κανείς δεν μπήκε στον κόπο να τους εξηγήσει το λόγο για τον οποίο, προς μεγάλη τους βέβαια χαρά-άλλη μεγάλη αποτυχία της εκπαίδευσης- χάνουν τα μαθήματά τους.

Η μόρφωση των παιδιών είναι αξία ανεκτίμητη και το δικαίωμα της δίκαιης αντίδρασης έχει πολλούς τρόπους να προβληθεί χωρίς επιζήμιες συνέπειες για το κοινωνικό σύνολο και ιδιαίτερα τη νεολαία.
Η ενημέρωση της κοινής γνώμης θα καταστούσε τον κόσμο βοηθό και συμπαραστάτη στις αληθινές πραγματικά ανησυχίες για το μέλλον της εκπαίδευσης των παιδιών μας. Και αυτό το μέλλον αναμφισβήτητα απαιτεί έναν εκπαιδευτικό που να αμείβεται αξιοπρεπώς, απολαμβάνοντας την κοινωνική αποδοχή μέσα από την αναγνώριση της προσωπικής του αξίας και της επαγγελματικής του επάρκειας. Η αξιολόγηση αυτή πρωτίστως ξεκινά από τον προσωπικό σεβασμό και την αυτοεκτίμηση και συνακόλουθα και όλου του σχολικού περιβάλλοντος που περιλαμβάνει τους/τις μαθητές/-τριες και τις οικογένειές τους.

Προβάλει λοιπόν ουσιαστικό και όχι ρητορικό το ερώτημα: Διδάσκω την κοινή γνώμη απεργώντας ή “απεργώ” με εναλλακτικούς τρόπους και μέσα, διδάσκοντας αυτό που ορκίστηκα ότι θα υπηρετώ;

Υστ. 1. και για να μην θεωρηθεί η παράθεση των σκέψεων εκ του πονηρού “τέχνασμα” αποφυγής της οικονομικής αιμορραγίας λόγω απεργίας (όχι ότι κάτι τέτοιο δεν αποτελεί πια πολυτέλεια για τους περισσότερους εκπαιδευτικούς στις μέρες αυτές των ισχνών αποδοχών), να σπεύσω να προσθέσω ότι για όσους η απώλεια των χρημάτων της απεργίας δεν είναι τόσο σημαντική προτεραιότητα, υπάρχουν τραπεζικοί λογαριασμοί ενίσχυσης παιδιών και οικογενειών που έχουν ανάγκη. Όπως πχ. ο λογαριασμός για τα δύο ορφανά παιδιά στον Έβρο και ο λογαριασμός για τα παιδιά των δύο εκπαιδευτικών που έπεσαν θύματα τροχαίου δυστυχήματος στις Σέρρες,  εξαιτίας κακής συγκυρίας στην αναγκαστική καθημερινή μετακίνησή τους  (στάθηκε αδύνατο να πάρουν απόσπαση τη φετινή χρονιά).
Υστ. 2. και για να μην νομίσει κανείς ότι επιθυμώ να γίνω “χαλίφης στη θέση του χαλίφη”, το περιεχόμενο των σκέψεων μου δεν καθοδηγείται από κανενός είδους αντιδικία με τους αιρετούς εκπροσώπους μας ούτε αποσκοπεί στη στοχοποίησή τους.

Η δημόσια έκφραση γνώμης συνιστά απλώς για μένα ένα από τους εναλλακτικούς τρόπους που ανέφερα προηγούμενα ....για το άλλο θέμα δηλ. τη δουλειά και την καθημερινή αναγνώριση στην τάξη, ξέρω πως θέλει δουλειά πολύ και κόπο και μεράκι. Αυτό κανένα μεσοπρόθεσμο και καμιά πολιτική ηγεσία δεν μπορεί –αν δεν το επιτρέψουμε-να μας το στερήσει.

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

Θα ήθελα σήμερα να είμαι 18αρης;



Γράφει σήμερα η Χαρά Καλημέρη στην Ημερησία με τίτλο "Αγωνία χιλιάδων μαθητών για την αποχή εκπαιδευτικών":
"Με το βλέμμα στραμμένο στη σημερινή κρίσιμη απόφαση της ΟΛΜΕ για τη συνέχιση ή όχι της αποχής των καθηγητών από τη διαδικασία των πανελλαδικών εξετάσεων (βαθμολόγηση γραπτών, επιτήρηση εξετάσεων κ.ά.) είναι το υπουργείο Παιδείας".
«Περιμένουμε την απόφαση της ΟΛΜΕ, η οποία θα δείξει ότι σέβεται την αγωνία όλων των μαθητών και των γονιών, αλλά και όλων μας για να τελειώσει αυτή η ταλαιπωρία», δήλωσε χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Γ. Πεταλωτής, σε μία προσπάθεια να μην οξύνει το κλίμα μεταξύ εκπαιδευτικών - κυβέρνησης.

Στο οικογενειακό-φιλικό περιβάλλον όλων μας σίγουρα υπάρχουν μαθητές-τριες που τις μέρες αυτές πέρασαν δια πυρός και σιδήρου δοκιμάζοντας αντοχές και όρια μέσα από κάποια δοκιμασία εξετάσεων.
Και το διάβασμα δεν είναι πάντοτε το δυσκολότερο μέρος...


Με χιούμορ και αφοπλιστική ειλικρίνεια και διάθεση αυτοκριτικής η Mαρία Kατσουνάκη περιγράφει (20/6) στην Καθημερινή τα σενάρια που λαμβάνουν χώρα σχεδόν σε όλες τις ελληνικές οικογένειες:
«Δεν διαβάζεις... χαζεύεις... πάλι έξω θα βγεις... λίγες ώρες δεν μπορείς να συγκεντρωθείς... ξέρεις τι σε περιμένει, ανεργία και ανασφάλιστη εργασία... μέλλον ζοφερό, σκληρό και ανταγωνιστικό». Στην περίοδο των εξετάσεων ξεσπάει η σφοδρότερη ενδοοικογενειακή κρίση.
"Σκόρπιες φράσεις, σε παραλλαγές, που διοχετεύονται σε μια ηλικιακή γκάμα η οποία ξεκινά (στην πιο σοβαρή εκδοχή της) από τα 13 και φτάνει ως το... πτυχίο. Είκοσι πέντε και βάλε. Κάθιδροι και αγχωμένοι γονείς μετακυλίουν φοβίες και πίεση στα παιδιά - μαθητές, στα (αιωνίως) παιδιά - φοιτητές.

Μια γενιά που ζει σε σχήμα πρωθύστερο. Από την εφηβεία ετοιμάζεται για το μεταπτυχιακό, αν δεν πιέζεται από το δημοτικό ήδη για να κατακτήσει μια διακριτή και υψηλή κοινωνική θέση. Οι γονείς, συχνά με το υστέρημά τους (μας), φροντίζουν για το καλύτερο, όπως τουλάχιστον το αντιλαμβάνονται: ιδιωτικά σχολεία, μισθοί ολόκληροι στην παραπαιδεία, κεφάλαια που επενδύονται σε ένα μέλλον όλο και πιο σκοτεινό, όλο και πιο άδηλο.

Κάποτε μας ρωτούσαν «τι θα γίνουμε όταν μεγαλώσουμε» και κανείς δεν περίμενε μια σοβαρή απάντηση. Ρωτούσαν, στα αμήχανα κενά μιας επίσκεψης (θείοι, φίλοι, συγγενείς), και εμείς ψελλίζαμε ή ανακοινώναμε μεγαλοφώνως διάφορα θαυμαστά και, ενίοτε, ασυνάρτητα: από αστροναύτης έως ελέφαντας! Η πόρτα όμως που επικοινωνούσε με την αμεριμνησία της παιδικής ηλικίας έκλεισε απότομα. Τώρα, ως κηδεμόνες, απαιτούμε μια σαφή απάντηση. Και εάν δεν την εισπράττουμε, την υπαγορεύουμε. Η αγωνία για την κατεύθυνση (που επιλέγουν στη Β΄ Λυκείου) αρχίζει, περίπου, μια πενταετία νωρίτερα. Οι προοδευτικοί γονείς εμφανίζονται πιο επεξεργασμένοι και πρόθυμοι να ελέγξουν το «σύνδρομο του μέλλοντος» ή «της επιτυχίας». Αλλά η μετάθεση καραδοκεί. Τα παιδιά κουβαλούν και τις δικές μας ζωές, επιτυχίες ή αποτυχίες, επιθυμίες ή απωθημένα. Η εποχή προσφέρεται για πρώτης τάξεως μεταμφιέσεις: δύσκολοι καιροί, απρόβλεπτοι, δυσοίωνοι. Θωρακίζουμε λοιπόν τους απογόνους με master, doctora και post doc, με όλο και πιο εξειδικευμένα πτυχία, (πολλές) ξένες γλώσσες, σαρώνουμε κάθε αντίσταση στα «θέλω» τους, γιατί «εμείς ξέρουμε». Καμαρώνουμε για τις διαπρεπείς σπουδές και το αριστείο απονέμεται πάντα στον σύμφωνα και με τις πιο πρόσφατες απαιτήσεις επιτυχημένο. Η λίστα με τις προϋποθέσεις ανανεώνεται πλέον με ταχύτητες που είναι δύσκολο να παρακολουθήσει κάποιος.

Είναι τα παιδιά μας ευτυχισμένα; Δεν προλαβαίνουμε να αναρωτηθούμε. Ετσι δημιουργείται ένα νέο είδος παιδιού - υβριδίου, που στα 14 σκέφτεται το ασφαλιστικό και στα 23 παθαίνει υδρόλυση στην ιδέα της μειωμένης σύνταξης. Στα 25 έχει ήδη «ζήσει», πολλαπλασιαστικά, πολλές ζωές".

Δεν θέλησα να κόψω ούτε λέξη από το δημοσιογραφικό κείμενο γιατί συμμερίζομαι το σκεπτικό του "μέχρι κεραίας".

Ανήκω στη γενιά που προσπαθεί ακόμη και τώρα που διανύουμε την 4η δεκαετία της ζωής μας να πραγματώσουμε το κοινωνικό στερεότυπο με το οποίο ανατραφήκαμε, να υπηρετήσουμε το ιδανικό της καλλιέργειας, της μόρφωσης μέσω της απόκτησης " master, doctora και post doc, με όλο και πιο εξειδικευμένα πτυχία, ξένες γλώσσες".
Ο μέχρι τούδε απολογισμός αποδεικνύει ότι το ταξίδι ήταν απολαυστικό μόνο για προσωπική κατανάλωση, στο σκέλος της δημόσιας ζωής και του επαγγελματικού βίου, τα γνωστά αξιοκρατικά δεδομένα...

Σκέφτομαι πάντως τις οικογενειακές σκηνές που διαδραματίστηκαν και διαδραματίζονται στα σπίτια των παιδιών που συμμετείχαν στις πανελλαδικές εξετάσεις και δεν σας κρύβω πως παρόλο που γνωρίζω πόσο οι συνθήκες διόρθωσης των γραπτών στα εξεταστικά κέντρα είναι αντίξοες, η διόρθωση του γραπτού δοκιμίου στο οποίο το εφηβικό μυαλό έχει καταθέσει σκέψη και μόχθο (και ενίοτε ξενύχτια) μηνών, έχει ανεκτίμητη αξία που δεν αποτιμάται σε ευρώ, με βρίσκει αντίθετη αυτή η μορφή κινητοποίησης των διορθωτών εκπαιδευτικών. Νομίζω ότι αδικεί τον εκπαιδευτικό κλάδο και στρέφει αναίτια την κοινή γνώμη ενάντια στην εκπαιδευτική κοινότητα που προσπαθεί να προσφέρει έργο, γνώση, δεξιότητες και παιδαγωγικό ήθος.
Ο καθένας τελικά πράττει κατά συνείδηση αλλά ας αναλογιστούμε αν θα θέλαμε σε αυτή τη κοινωνική συγκυρία να είμασταν 18ρηδες.

Σίγουρα θα δυσκολευόμασταν να απαντήσουμε στην ερώτηση: "τι θέλεις να κάνεις στη ζωή σου;"
Σίγουρα θα συμφωνούσαμε με τη ρήση του Νιόνιου "είμαι 16αρης,17αρης,18αρης, σας ....τα Λύκεια".

Τυχαίο;;; ΔΕΝ ΝΟΜΙΖΩ